Man Jeuk

|
| Ρομαντική μονομαχία πορτοφολάδων με φόντο το ωραιοποιημένο Hong Kong. |
3 Ιουλ 2009, 19:26
Θοδωρής Καραμανώλης
Ο Johnny To όχι απλά παραμένει ένας αμετανόητος στυλίστας, αλλά με την πάροδο του χρόνου οι λοιπές φιλμικές συνιστώσες του έργου του υποχωρούν όλο και πιο πολύ για χάρη της αισθητικής και της εικόνας. Εν αναμονή του κραυγαλέα στυλιζαρισμένου Vengeance που πετσοκόφτηκε στις φετινές Κάννες, έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε (γιατί περί εφήμερης απόλαυσης πρόκειται) μια απ' τις πιο ανάλαφρες αλλά κι αδύναμες ταινίες του Κινέζου σκηνοθέτη. Το Man Jeuk (που σημαίνει σπουργίτι, που στην καντονέζικη αργκό σημαίνει ικανός πορτοφολάς) αφηγείται την περιπέτεια τεσσάρων αδερφών που βγάζουν τα προς το ζειν κλέβοντας πορτοφόλια στο κέντρο του Hong Kong κι έρχονται αντιμέτωποι με την ίδια γοητευτική γυναίκα. Ακολουθώντας την προκλητική άγνωστη ανακαλύπτουν ότι τους χρησιμοποιεί για να την βοηθήσουν να ξεφύγει από τον γκάνγκστερ αφέντη της. Πιάνοντας το ανάλαφρο feeling των πρώτων και πιο επιτυχημένων εμπορικά ταινιών του To, το σφόδρα αντιεμπορικό και δυτικότροπο Sparrow μοιάζει περισσότερο με ξενάγηση μέσω ποδηλάτου στην ασιατική μητρόπολη και ελάχιστα με το caper που διαφαίνεται απ' την σύνοψη. Χαρακτηριστική είναι η πρώτη συνάντηση του Simon Yam με την πρωταγωνίστρια όταν βολτάρει με το τρίποδο και την ρετρό φωτογραφική του και συλλέγει στιγμιότυπα απ' την ρουτινά της πόλης. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Man Jeuk είναι το ισχνό σενάριο του, πράγμα για το οποίο πιθανώς να φταίει η σποραδικότητα με την οποία ασχολήθηκε ο υπερπαραγωγικός σκηνοθέτης (η παραγωγή του διήρκησε 3 χρόνια με μεγάλα διαλείμματα). Οι χαρακτήρες γεννιούνται και πεθαίνουν στην πανέξυπνη σκηνή του "οικογενειακού" πρωινού. Το μόνο που θα αλλάξει στη συνέχεια τις μεταξύ τους ισορροπίες είναι η έλευση του σπουργιτιού. Η δράση εξελίσσεται με ελάχιστο διάλογο και μεγάλες σεκάνς. Συνυπολογίζοντας τις προθέσεις του δημιουργού, τα λόγια πρέπει να θεωρούνται περιττά όταν έχουμε να κάνουμε με εξαιρετικά κινηματογραφημένες σκηνές όπως η παθιασμένη αποπλάνηση με το τσιγάρο στο αυτοκίνητο ή αυτή της τελικής μονομαχίας μεταξύ των πορτοφολάδων (αναμετρώνται επίσης το παλιό και το νέο, η σκηνή επιτρέπει στον θεατή να αναγνώσει καθαρά το δεύτερο επίπεδο στην ταινία). Όσο ασήμαντη όμως κι αν είναι η πλοκή, πολλές φορές φτάνουμε στο σημείο να απορούμε με τα επί οθόνης τεκταινόμενα. Η ιστορία λες κι ολοκληρώνεται με το ζόρι ενώ διεκπεραιωτικές μοιάζουν και οι ερμηνείες. Αντίθετα πολύ καλή δουλειά έχει γίνει στο μοντάζ και τον ήχο, με την μουσική των Γάλλων Avril και Jamaux να υπογραμμίζει ιδανικά το μποέμ κλίμα στις ζωές των ελαφροχέρηδων.
|