Edge of Darkness

|
| Όπως αναφέρεται και στο κείμενο, το Edge of Darkness αποτελεί διασκευή παλιότερης μίνι σειράς. Σκηνοθέτης του original ήταν πάλι ο Campbell. |
19 Φεβ 2010, 02:17
Πάνος Τράγος
Μια ταινία που δεν διατείνεται την πολυπλοκότητά της ως προς αποκρυπτογράφηση και δέχεται ακομπλεξάριστα τον περιπετειώδη και διασκεδαστικό χαρακτήρα της είναι εκατό φορές πιο ευπρόσδεκτη από μια ταινίας δράσης της σειράς που αισθάνεται ως η νέα Ένταση. Αθόρυβα, ένα χαμηλών τόνων φιλμ μπορεί να αναπτύξει τα επίπεδά του στο σκεπτόμενο κοινό του πριν... καταναλωθεί στους πολυκινηματογράφους. Κι αν πίσω του κρύβεται η εμπειρία του 70χρονου δημιουργού του, κι αν στις κάμερες λάμπει με την επιστροφή του ένας μεγάλος αστέρας του Χόλιγουντ μετά την οκταετή απουσία του, κι αν αποτελεί αναπροσαρμογή μιας δημοφιλέστατης μίνι σειράς προ 25ετίας... Το φιλμ οφείλει και μπορεί να παραμένει αφοσιωμένο στον σκοπό του. Ο Τόμας Κρέιβεν, βετεράνος του Ανθρωποκτονιών του Αστυνομικού Τμήματος της Βοστόνης, δέχεται την ξαφνική επίσκεψη της 24χρονης μοναχοκόρης του Έμμα. Κατά τη διάρκεια της βραδιάς η συμπεριφορά είναι παράξενη, συχνά ματώνει και βήχει, κάτι που τραβάει την προσοχή του πατέρα της. Το κουδούνι της εξώπορτας χτυπά και όταν η πόρτα ανοίγει ένας άγνωστος άνδρας τραυματίζει θανάσιμα την κοπέλα με μια καραμπίνα και τρέπεται σε φυγή με το αυτοκίνητό του. Ενώ όλοι υποθέτουν ότι ο Κρέιβεν ήταν ο στόχος, ο ίδιος πιστεύει ότι ο δολοφόνος δεν λάθεψε και ξεκινά μια έρευνα που τον οδηγεί σε έναν επικίνδυνο κόσμο επιχειρηματικών συγκαλήψεων, κυβερνητικών σκευωριών και δολοφονιών-ο κύκλος δεν κλείνει ποτέ. Πριν προστατεύσει το φιλμ του από την αφέλεια με την οποία απειλείται κάθε σενάριο που μπλέκει πολιτικές συνομωσίες, ο Μάρτιν Κάμπελ (αναζωογονητής του Τζέημς Μποντ με το καλύτερο της σειράς, “Casino Royale”) οφείλει να συγκρατήσει την εκδίκηση του ήρωά του πριν καταλήξει γραφική και μονοδιάστατη καρικατούρα τύπου Death Sentence και ταυτόχρονα να ξεπεράσει ευχάριστες αλλά απλοϊκές παρεμφερείς πρόσφατες ταινίες (Taken). Δουλεύει συνεπώς στην εντέλεια το σενάριό του με τον καλύτερο: Ο Γουίλιαμ Μόναχαν μεταφέρει την δράση της ομώνυμης σειράς της δεκαετίας του ‘80 από την Βρετανία, όχι απλά στην Αμερική, αλλά στη Βοστόνη, μια πόλη με έντονο το βρετανικό στοιχείο καθώς κατοικείται ως επί το πλείστον από μετοίκους με ιρλανδικές ρίζες, αλλά και μια πόλη που ο ίδιος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα (όπως απέδειξε με το οσκαρικό του σενάριο για τον Πληροφοριοδότη), κάτι που του δίνει την άνεση να αναπτύξει τους χαρακτήρες του με αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Από τον κεντρικό του ήρωα με την ελαφρώς ιρλανδική προφορά ως τον διεφθαρμένο Γερουσιαστή και από τον μεγαλοεπιχειρηματία που χειρίζεται ολόκληρη αυτή την παράνοια μέχρι τον πανταχού παρόντα κυβερνητικό που αναλαμβάνει να θολώνει τα στοιχεία εμποδίζοντας οποιοδήποτε ξεσκέπασμα αυτού του πολιτικού λαβύρινθου, όλοι αυτοί οι υπό συνθήκες εξωφρενικά ακραίοι χαρακτήρες γίνονται πιστευτοί και εντάσσονται στην δραματουργία περισσότερο από ομαλά. Εξαιρετικά σφιχτοδεμένο ως θρίλερ καθώς δεν χάνει ευκαιρία να μετριάσει την δράση του πριν επιτεθεί με μια νέα σκηνή άκρατου σασπένς, αλλά και υποδειγματικό στο δραματικό του υπόβαθρο καθώς ο Κρέιβεν είναι ένας ολοκληρωμένος εσωστρεφής χαρακτήρας που φορτίζει συναισθηματικά το φιλμ όταν μαζί με την δολοφονία της κόρης του πασχίζει να ανακαλύψει και την ίδια ως προσωπικότητα, το “Στην Άκρη του Νήματος” δεν είναι παρά το ταξίδι αυτογνωσίας και ερωτηματικών ενός ανθρώπου που δεν έζησε όσα και όπως ήθελε και μοιάζει πλέον να έχει χάσει τα πάντα. Η ακραία ανά στιγμές βία του θα κρατήσει ευχαριστημένους τους αιμοδιψείς θεατές που αναζητούν την εύκολη περιπέτεια, ωστόσο ο Μάρτιν Κάμπελ βρίσκει χρόνο ανάμεσα στην ασταμάτητη δράση ώστε να ζωγραφίσει το ψυχολογικό πορτρέτο του χαρακτήρα του που εξηγεί κάθε του πράξη στο πανί. Ο Μελ Γκίμπσον, για καλό όλων, επιστρέφει ακόμη καλύτερος, λες και η εμπειρία του πίσω από τις κάμερες του έδωσε μαθήματα υποκριτικής που μπόρεσε να παρακολουθήσει με ψυχραιμία, προσθέτοντας στην εκφραστική του γκάμα μια ακόμη καλή ερμηνεία.
|